Τσίπρας: Είναι ανάγκη να αντιστραφεί η ροή νέων προς το εξωτερικό

Ο χαιρετισμός του Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στο παράρτημα της Ξάνθης, του Ερευνητικού Κέντρου «ΑΘΗΝΑ»

0
Φωτογραφία: Γραφείο Τύπου Πρωθυπουργού
SIAFARIKAS

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη δυνατότητα που μου δίνετε να σας γνωρίσω, να απευθυνθώ σε εσάς, γιατί πράγματι θεωρώ πως το να μπορεί κανείς να συναναστρέφεται με επιστήμονες, ερευνητές, οι οποίοι επιλέγουν, παρά τις αντίξοες συνθήκες, να επιμένουν και να μάχονται για να παράξουν έρευνα και γνώση, είναι κάτι πολύ σημαντικό και πολύ κρίσιμο στις μέρες μας.

Πιστεύω βαθιά και το έχω πει πολλές φορές ότι η χώρα μας έχει κάποια ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, όχι πάρα πολλά, αλλά κάποια σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Ένα από αυτά είναι, βεβαίως, η θέση της, η τοποθεσία της στον χάρτη, υπό την έννοια ότι είμαστε μία χώρα με μία απίστευτη φυσική ομορφιά και άρα είναι ανταγωνιστικό μας πλέον πλεονέκτημα ο τουρισμός, για παράδειγμα.

Η θέση μας στον χάρτη, όμως, μας δίνει και τη δυνατότητα να έχουμε, εξαιτίας και του γεγονότος ότι είμαστε στη Μεσόγειο χαμηλά, δυνατότητες σημαντικές στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ή η γεωστρατηγική μας θέση στον χάρτη: Ενεργειακές δυνατότητες, οι δρόμοι του μέλλοντος.

Αυτά βεβαίως, όμως, ταυτόχρονα μας έχουν δώσει πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα, γιατί είμαστε σε μία πολύ θερμή περιοχή του πλανήτη.

Ένα, όμως, εξίσου σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας, είναι οι άνθρωποι, το ανθρώπινο κεφάλαιο. Για τα προηγούμενα έχουμε πολύ συζητήσει. Άλλα τα προχωρήσαμε, ως Πολιτεία εννοώ, άλλα όχι τόσο έντονα. Το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν το έχουμε αξιοποιήσει.

Στην Ελλάδα έχουμε μία ιδιαιτερότητα. Δεν είναι κατάρα, είναι ευλογία. Το εκπαιδευτικό σύστημα, τα Πανεπιστήμια, ιδίως από τη Μεταπολίτευση και μετά, λειτούργησαν ως μηχανισμός αναδιανομής –θα έλεγα- στον κοινωνικό ιστό. Δηλαδή, τα παιδιά των αγροτών, των κτηνοτρόφων, των εργατών, ανέβηκαν κοινωνική κατηγορία περνώντας στο Πανεπιστήμιο.

Κάποια στιγμή στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, αυτό άρχισε-θα έλεγα-να φτάνει στα όριά του. Ξεκίνησε η μεγάλη ανεργία των νέων επιστημόνων και έτσι δεν σταμάτησαν να είναι καλοί γαμπροί αυτοί που τελείωναν την Πολυτεχνική Σχολή ή την Ιατρική, ή αντίστοιχα δεν ήταν καλές νύφες, γιατί ευτυχώς στο πλαίσιο μιας πολιτικής ισότητας αυξήθηκε ο αριθμός των γυναικών που άρχισαν να εισάγονται στις ανώτατες και τις ανώτερες σχολές.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μία εποχή που δυστυχώς, στην εποχή της κρίσης, που βιώνουμε μία αντίστροφη και πολύ αρνητική ροπή. Όχι μόνο δεν λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανεμητικός, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των νέων και ιδιαίτερα των νέων επιστημόνων, έχοντας και ορθώς υψηλότερες απαιτήσεις, αδυνατεί να βρει μία αξιοπρεπή δουλειά στην Ελλάδα.

Η κρίση έχει κτυπήσει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους, τους νέους επιστήμονες και η μεγαλύτερη πληγή στα χρόνια της κρίσης, πέρα από τη μείωση του ΑΕΠ μας, δηλαδή τη λεηλασία του εθνικού μας πλούτου κατά 25% την πενταετία 2010-2014. Η μεγάλη πληγή ήταν η φυγή νέων ανθρώπων ως μετανάστες στο εξωτερικό, αλλά με μια πολύ σημαντική διαφορά από αυτήν του μεταναστευτικού ρεύματος της δεκαετίας του 1950 και του 1960, όπου τότε ήταν ανειδίκευτοι εργάτες. Σήμερα, στην πλειοψηφία τους, νέοι άνθρωποι με υψηλή εξειδίκευση, επιστημονική εξειδίκευση. Είναι το ονομαζόμενο και brain drain.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς μπορούμε να αντιστρέψουμε αυτή την τάση, αυτή τη ροπή και πώς να αξιοποιήσουμε αυτό το σημαντικό πλεονέκτημα. Και πιστεύω ότι είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το ανθρώπινο κεφάλαιο. Αν το δούμε μακροσκοπικά, θα δούμε ότι έχουμε ως Πολιτεία, ως Κράτος, δαπανάμε χρήματα για να εκπαιδεύσουμε ανθρώπους, τους δίνουμε εφόδια, γνώσεις στα σχολεία μας, στα Πανεπιστήμια και αμέσως μετά χάνουμε τη δυνατότητα αυτοί οι άνθρωποι να επιστρέψουν πίσω στην Πολιτεία, στη χώρα, τις γνώσεις τους και τις δεξιότητές τους, διότι στελεχώνουν ως επί το πλείστον παραγωγικές μονάδες στο εξωτερικό και στηρίζουν ανταγωνιστικές οικονομίες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε ό,τι μας αφορά και με αφορά, αναλάβαμε σε μία εξαιρετικά δύσκολη, ίσως την πιο δύσκολη περίοδο από τη Μεταπολίτευση και μετά, μία πρωτοφανή οικονομική κρίση, στο τέλος μίας τρομακτικής δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά με την υποχρέωση να προχωρήσουμε ακόμα και τώρα σε μία ήπια προσαρμογή. Και άρα οι δυνατότητές μας να κάνουμε αυτό που επιθυμούσαμε σε ό,τι αφορά τις δαπάνες, ήταν περιορισμένες. Παρ’ όλα αυτά, επιλέξαμε, να αυξήσουμε τις δαπάνες για την έρευνα και την καινοτομία. Και επιλέξαμε, να ξεκινήσουμε μία δύσκολη και επίπονη δουλειά σχεδόν από μηδενική βάση και να στήσουμε το θεσμικό πλαίσιο, να στήσουμε υποδομές. Επιλέξαμε, να φτιάξουμε το Χαρτοφυλάκιο της Έρευνας στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο μετονομάστηκε Παιδείας και Έρευνας. Και για να μην ξεχνιόμαστε και Θρησκευμάτων. Και βέβαια ταυτόχρονα, δώσαμε και τη δυνατότητα να υπάρχει ειδική θέση αναπληρωτή υπουργού για την έρευνα. Όπως σωστά είπατε, δώσαμε τη δυνατότητα, παρά τις δυσκολίες που έχουμε, να αυξηθεί, το ποσοστό των δημοσίων δαπανών για την Έρευνα και σε απόλυτο νούμερο, σε απόλυτα μεγέθη, αλλά και ποσοστιαία, από το 0,6 στο 0,96, με στόχο να υπερβούμε σύντομα, το 2017, το φράγμα του 1%. Ταυτόχρονα, προχωρήσαμε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων στην ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας – Καινοτομίας, μέσα από το οποίο παρέχουμε ένα θεσμικό πλαίσιο αλλά και χρηματοδότηση στους Έλληνες επιστήμονες και ερευνητές, προκειμένου να συνεχίσουν την ερευνητική τους προσπάθεια στη χώρα και να μην φύγουν στο εξωτερικό. Θα μου πείτε: Όλα αυτά είναι αρκετά; Σίγουρα είναι αναγκαία. Δεν ξέρω, αν είναι αρκετά. Σίγουρα χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα. Κυρίως αυτό που χρειάζεται, κατά την άποψή μου, πέρα από τα σημαντικά βήματα που κάνουμε στον τομέα τον θεσμικό και των δαπανών στην ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, πρέπει να κάνουμε πολύ μεγάλη προσπάθεια να συνδέσουμε το παραγόμενο προϊόν της έρευνας με την επιχειρηματικότητα. Η έρευνα και η καινοτομία – είδα ένα πολύ ωραίο τρίγωνο που είχατε: Εκπαίδευση – Έρευνα – Καινοτομία και ξανά πίσω. Ένας κύκλος ο οποίος πρέπει να ενισχυθεί. Και μέσα σε αυτόν τον κύκλο θα πρέπει να εντάξουμε και την υγιή επιχειρηματικότητα, ιδίως την επιχειρηματικότητα  των νέων ανθρώπων, νέων ερευνητών και μη, δίνοντάς τους εφόδια και κίνητρα να ιδρύσουν νεοφυείς επιχειρήσεις και να μπορέσουν να κατευθύνουν τις προσπάθειές τους, έτσι ώστε το έργο τους να έχει μία αμφίδρομη δυναμική: Και οι ίδιοι   να μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά τους αλλά και η δουλειά τους να δίνει μία προστιθέμενη αξία στην ελληνική οικονομία. Δεν θα μακρηγορήσω, αλλά θέλω να πω κάτι, που είναι ίσως όχι τόσο για τη σφαίρα της επιστήμης αλλά για τη σφαίρα της οικονομίας και των οικονομολόγων. Αυτό το οποίο ζούμε τα πέντε χρόνια από το 2010 και μετά στη χώρα μας, είναι μία πολύ στρεβλή οικονομική προσέγγιση, ένα πολύ στρεβλό οικονομικό μοντέλο που δεν αντιμετώπισε τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας αλλά έκανε μία κούρσα προς τα κάτω, προς τον πάτο. Μία πολιτική – αναφέρομαι στην πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, race to the bottom – μία κούρσα προς κάτω προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας μέσα από τη μείωση του εργασιακού κόστους και την συρρίκνωση των μισθών. Η λογική της εσωτερικής υποτίμησης. Είναι μία πρωτογονική, κατά την άποψή μου, οικονομική αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων και παθογενειών της ελληνικής οικονομίας. Και για να το αντιστρέψουμε αυτό, πρέπει να επενδύσουμε ως προστιθέμενη αξία στην έρευνα και στην καινοτομία, στην παραγωγή νέας γνώσης και να στηρίξουμε τους νέους ανθρώπους, τους νέους επιστήμονες, να σταματήσουμε δηλαδή, την υποτίμηση της εργασίας, των μισθών και των εισοδημάτων και να ξεκινήσουμε μία στρατηγική, η οποία θα ενισχύσει την παραγωγικότητα και κατ’ επέκταση την ανταγωνιστικότητα, αν και εγώ προτιμώ να χρησιμοποιώ τον όρο παραγωγικότητα παρά τον όρο ανταγωνιστικότητα, διότι ο όρος ανταγωνιστικότητα δεν προδικάζει την καλυτέρευση της απόδοσής μας. Είναι ανταγωνιστικός ως προς ποιο: μπορεί να είμαστε ανταγωνιστικοί με τους γύρω μας αλλά όλοι να πηγαίνουμε προς τα κάτω. Ενώ η παραγωγικότητα είναι ένας πιο πρόσφορος όρος.

Στόχος μας, λοιπόν, είναι – και τον αναλάβαμε από την πρώτη στιγμή της ανάληψης της διακυβέρνησης σε δύσκολες συνθήκες- να αντιστρέψουμε αυτή την υφεσιακή τροχιά, αυτή την πτωτική τροχιά της ελληνικής οικονομίας. Να ανασχέσουμε την ύφεση, την αποεπένδυση και την φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου.

Σε αυτή την κατεύθυνση, λοιπόν, έχουμε αταλάντευτη βούληση να συνεχίσουμε να ενισχύουμε, να αυξάνουμε δαπάνες, αλλά όχι μόνο δαπάνες, και την προσοχή μας και την έγνοια μας στην έρευνα , στην καινοτομία, να στηρίξουμε την ερευνητική κοινότητα. Και βεβαίως να συμβάλλουμε ώστε αυτός ο στόχος, αν όχι της πλήρους διακοπής, τουλάχιστον της εξομάλυνσης της απομείωσης της διαρροής των καλύτερων μυαλών από τη χώρα προς στο εξωτερικό να γίνει πραγματικότητα.

Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία, είμαστε σε ένα σημείο καμπής. Το τελευταίο εξάμηνο περάσαμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στην οικονομία. Το 2017 είναι η χρονιά που όλες οι προβλέψεις καταγράφουν μια ανάπτυξη σημαντική σε σχέση με τα μεγέθη της οικονομίας μας τα τελευταία χρόνια, 2,7%, εγώ είμαι αισιόδοξος ότι θα μπορούσαμε και ακόμα περισσότερο.

Το μεγάλο, όμως, στοίχημα για μας είναι αυτά τα μεγέθη, αυτοί οι αριθμοί, να αντανακλούν και τις πραγματικές ανάγκες. Διότι έχουμε ζήσει και άλλες περιόδους – οι μεγαλύτεροι από μας εδώ τις θυμόμαστε, ίσως κάποιοι νέοι φοιτητές να μην τις θυμούνται, αλλά εμείς τις θυμόμαστε- όπου είχαμε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης στη χώρα, χωρίς όμως να μπορέσουμε αυτούς τους αριθμούς να τους αξιοποιήσουμε, να τους επενδύσουμε σε υποδομές που θα θωρακίσουν την προοπτική και το μέλλον του τόπου. Τέτοιου είδους υποδομές, νομίζω ότι είναι αυτές για τις οποίες συζητάμε και σαν κι αυτές είναι και η δική σας εδώ υποδομή.

Εγώ λοιπόν θέλω να σας συγχαρώ για το έργο σας , να πω ότι η παρουσία μου σήμερα εδώ περνάει ακριβώς αυτό το μήνυμα: Το μήνυμα ότι παρά τις αντίξοες συνθήκες , υπάρχουν άξιοι άνθρωποι της γνώσης, της έρευνας και της καινοτομίας που επιμένουν να παραμένουν στην πατρίδα. Και μάλιστα όχι σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο, αλλά στην περιφέρεια, στην ακριτική Ξάνθη και να παράγουν πολύ σπουδαία δουλειά, πολύ σπουδαίο έργο , το οποίο συμβάλλει ουσιαστικά, όχι μόνο στην ποιότητα της εκπαιδευτικής μας υποδομής, αλλά και στην προοπτική ανάκαμψης της οικονομίας μας.

Σας ευχαριστώ θερμά και σας εύχομαι καλή δύναμη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ