Ferrari, βίλες και αστυνομικοί στη σπείρα των Ρομά

Δύο πολυμελείς εγκληματικές ομάδες, οι οποίες ήταν διαρθρωμένες σε υποομάδες και διέπρατταν συστηματικά ληστείες και διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπών από κατοικίες σε διάφορες περιοχές της επικράτειας, εξαρθρώθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία.

Advertisement

Δύο πολυμελείς εγκληματικές ομάδες, οι οποίες ήταν διαρθρωμένες σε υποομάδες και διέπρατταν συστηματικά ληστείες και διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπών από κατοικίες σε διάφορες περιοχές της επικράτειας, εξαρθρώθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία.

Για την αποδόμηση τους οργανώθηκε την περασμένη Τετάρτη, ταυτόχρονη αστυνομική επιχείρηση πανελλαδικής κλίμακας, την οποία συντόνισε η Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Βορειοανατολικής Αττικής και συμμετείχαν πάνω από 1.000 αστυνομικοί διαφόρων υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν συνολικά σαράντα ένα άτομα, ηλικίας από 19 έως 66 ετών, εκ των οποίων τριάντα οκτώ Έλληνες, ένας Σύριος, ένας Αλβανός και ένας ομογενής από το Καζακσταν. Ταυτόχρονα, έχουν ταυτοποιηθεί άλλα σαράντα οκτώ άτομα για τη συμμετοχή τους στις παράνομες δραστηριότητες των οργανώσεων, οι οποίοι και αναζητούνται για να συλληφθούν, μεταξύ των οποίων και τρεις αστυνομικοί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Από τις έρευνες διακριβώθηκε όλο το εύρος της παράνομης δραστηριότητας των εγκληματικών δικτύων και συγκεκριμένα:

Εξακριβώθηκε η σύνθεση των μελών που αποτελούσαν κάθε εγκληματική ομάδα και υποομάδα, τα οχήματα που χρησιμοποιούσαν, οι διευθύνσεις διαμονής τους και οι λοιποί χώροι (καβάτζες) που διατηρούσαν. Διευκρινίστηκαν οι ρόλοι και η ιεραρχική σχέση των μελών κάθε ομάδας και υποομάδας.

Εξακριβώθηκε η μεθοδολογία δράσης τους και οι διασυνδέσεις τους σε όλη την επικράτεια. Διαπιστώθηκε και εξετάζεται η περαιτέρω εμπλοκή αστυνομικών, οι οποίοι κατά περίπτωση παρείχαν πληροφορίες ή ενεργούσαν με μέλη των ομάδων στην τέλεση αξιόποινων πράξεων. Διαπιστώθηκε η νομιμοποίηση εσόδων από τις εγκληματικές τους δραστηριότητες, τα οποία επένδυαν σε κατασκευές πολυτελών κατοικιών και αγορά πολυτελών αυτοκινήτων.

Πως δρούσαν οι δύο οργανώσεις

Αναφορικά με τη μεθοδολογία δράσης τους, διαπιστώθηκε η παράλληλη, διαρκής και δομημένη δράση των δύο εγκληματικών οργανώσεων, καθένα από τα οποία δρούσε αυτοδύναμα και  ανεξάρτητα από το άλλο. Οι δυο οργανώσεις διατηρούσαν άμεση και συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους, αναφορικά με τους τομείς δραστηριοποίησης τους, ώστε να μη συμπίπτει χρονικά και τοπικά η δράση τους.

Ωστόσο, σε περιπτώσεις επιπλοκών και συλλήψεων, τα μέλη της μίας οργάνωσης υποστήριζαν «επιχειρησιακά» τις δραστηριότητες της άλλης ομάδας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των εγκληματικών οργανώσεων είναι η ιεραρχική δομή, η σαφήνεια ως προς την κατανομή των ρόλων των μελών τους καθώς και η αφθονία υλικοτεχνικού εξοπλισμού, όπως πλήθος οχημάτων, διαρρηκτικών εργαλείων και ασυρμάτων πομποδεκτών, που τους διευκόλυνε στην διάπραξη των κλοπών και στην αποφυγή της σύλληψής τους.

Τι έκαναν τα κλοπημαία

Τα κλοπιμαία τα προωθούσαν σε συγκεκριμένους κλεπταποδόχους, οι οποίοι  έχοντας αναπτύξει «κατάλληλο δίκτυο πελατών», τα διέθεταν στην αγορά, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό μεγάλα παράνομα οικονομικά οφέλη, που διαμοιράζονταν με τα μέλη της οργάνωσης.

Με τον τρόπο αυτό, τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων είχαν καταφέρει να διατηρούν στη κατοχή τους, για ελάχιστο χρονικό διάστημα, τα κλοπιμαία, ώστε να μην είναι δυνατή η διασύνδεσή τους με τις κλοπές που είχαν διαπράξει, σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου. Τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, προκειμένου να αποπροσανατολίσουν τις έρευνες των διωκτικών Αρχών και  να αποφεύγουν τον εντοπισμό και τη σύλληψη τους.

Πιο συγκεκριμένα:

Παρακολουθούσαν τις συχνότητες του κέντρου της Άμεσης Δράσης μέσω ασυρμάτων, στις περιοχές όπου δραστηριοποιούνταν, με σκοπό την άμεση ενημέρωση των συνεργών τους και την έγκαιρη διαφυγή τους σε περίπτωση κινητοποίησης των αστυνομικών δυνάμεων.

Μάλιστα, γνώριζαν πολύ καλά την κωδικοποίηση των σημάτων και των εντολών των ενδοασυρματικών επικοινωνιών, για τις οποίες είχαν ενημερωθεί από τους αστυνομικούς συνεργούς τους.

Χρησιμοποιούσαν κατάλληλο εξοπλισμό κατά τη διάπραξη των κλοπών όπως γάντια και αυτοσχέδιες κουκούλες, με σκοπό το δυσχερή εντοπισμό αποτυπωμάτων και βιολογικού υλικού.

Παραλάμβαναν τον εξοπλισμό τους (κινητά τηλέφωνα, διαρρηκτικά εργαλεία, κουκούλες, γάντια κ.λπ.) από ειδικά διαμορφωμένους χώρους, πριν από την τέλεση των διαρρήξεων.

Επικοινωνούσαν μεταξύ τους με συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, ενεργοποιημένες με στοιχεία άλλων ατόμων (ghost phones), ενώ συνομιλούσαν μεταξύ τους με κωδικοποιημένες εκφράσεις και σύνθετη ορολογία.

Χρησιμοποιούσαν «στόλο» οχημάτων μεγάλης ιπποδύναμης, τα οποία τα μεταβίβαζαν σε ανυποψίαστα ή και ανύπαρκτα άτομα. Επιπλέον, για το δυσχερή εντοπισμό των οχημάτων τους, αφαιρούσαν πινακίδες κυκλοφορίας από άλλα οχήματα και τις τοποθετούσαν στα δικά τους, φροντίζοντας να αλλάζουν συνεχώς τα χαρακτηριστικά τους με τη χρήση μεμβρανών διαφορετικού χρώματος.

Επέλεγαν για την οδήγηση των οχημάτων τους έμπειρους οδηγούς, οι οποίοι  λάμβαναν ιδιαίτερα μέτρα αντιπαρακολούθησης (για παράδειγμα πραγματοποίηση ελιγμών, αυξομείωση ταχύτητας κ.λπ.). Επίσης, σε περιπτώσεις εντοπισμού τους από αστυνομικούς, ακολουθούσε πάντα καταδίωξη και δεν δίσταζαν ακόμα και να εμβολίσουν τα αστυνομικά οχήματα.

Τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων, στο πλαίσιο της παράνομης δράσης τους, αποκόμιζαν πολύ μεγάλα οικονομικά οφέλη, που τους παρείχαν τη δυνατότητα να διαβιούν σε πολυτελείς κατοικίες – μεζονέτες, σε περιοχές της Δυτικής Αττικής και της Θεσσαλονίκης και να κατέχουν υπερπολυτελή αυτοκίνητα.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι δράστες επιδίδονταν συστηματικά σε βανδαλισμούς των οικιών, προκαλώντας σε αυτές και στον εξοπλισμό τους μεγάλες υλικές ζημιές. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις άφηναν ακόμα και τις βρύσες ανοικτές προκειμένου να πλημμυρίσουν τις οικίες.

Πιο αναλυτικά, για τη διάρθρωση των δύο εγκληματικών δικτύων προκύπτουν τα εξής: Η πρώτη εγκληματική οργάνωση αποτελούνταν από τέσσερις αυτοτελείς επιχειρησιακές υποομάδες, τις οποίες διεύθυναν τέσσερα αρχηγικά μέλη.

Τα αρχηγικά μέλη ήταν επιφορτισμένα με το συντονισμό των περιοχών, των χρονικών διαστημάτων και των στόχων που θα «επιχειρούσαν», ώστε η δράση της ομάδας τους να μην συμπίπτει με αυτή των άλλων υποομάδων. Οι επιμέρους ομάδες πραγματοποιούσαν, διαρρήξεις σε πολυτελείς κατοικίες, από τις οποίες αφαιρούσαν χρήματα, κοσμήματα, χρηματοκιβώτια και άλλα τιμαλφή.

Σημαντικό ρόλο στη δράση της οργάνωσης διαδραμάτιζε μία από τις υποομάδες, η οποία αποτελούταν από επίλεκτα μέλη και των άλλων τριών και δραστηριοποιούταν αποκλειστικά στη διάρρηξη γραφείων εργοστασίων και εταιριών.

Στην περίπτωση αυτή, αφαιρούσαν συνήθως χρηματοκιβώτια, που περιείχαν μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως επίσης προέβαιναν στην διάρρηξη αυτόματων μηχανημάτων ανάληψης χρημάτων (Α.Τ.Μ.) τόσο στην Αττική, όσο και στην ευρύτερη επικράτεια.

Αναφορικά με τη μεθοδολογία της συγκεκριμένης εγκληματικής ομάδας, μεταξύ άλλων προκύπτει ότι τα μέλη της προέβαιναν σε αποπροσανατολιστικά τηλεφωνήματα στο τηλεφωνικό κέντρο της Άμεσης Δράσης, καταγγέλλοντας ψευδή περιστατικά σε σημεία, τα οποία απείχαν γεωγραφικά από την περιοχή δράσης τους.

Όπως προέκυψε μέχρι στιγμής από την εξέλιξη της έρευνας, η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση εμπλέκεται σε περισσότερες από 250 περιπτώσεις κλοπών – διαρρήξεων σε διάφορες περιοχές της Αττικής και κυρίως στα Βορειαονατολικά Προάστια (Κηφισιά, Εκάλη, Νέα Ερυθραία, Άγιο Στέφανο, Πικέρμι, Ραφήνα κ.λπ.) καθώς και σε περιοχές της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης.

Η δεύτερη εγκληματική οργάνωση διέπραττε κλοπές – διαρρήξεις σε οικίες κυρίως της Δυτικής Αττικής, όπου αφαιρούσαν χρήματα, χρηματοκιβώτια και άλλα τιμαλφή.

Τη συγκεκριμένη οργάνωση διηύθυνε ένα μέλος της και κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ότι χρησιμοποιούσε ως «επιχειρησιακά» οχήματα, συνηθισμένα μικρά αυτοκίνητα πόλης, ώστε να μην προκαλούν την προσοχή των διωκτικών Αρχών και των πολιτών.

Για τη συγκεκριμένη εγκληματική ομάδα προκύπτει, ότι είχε επεκτείνει  τη δράση της και σε άλλες περιοχές της χώρας και συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη, τα Ιωάννινα, τη Θεσσαλονίκη, την Ορεστιάδα κ.λπ.

Παράλληλα, το αρχηγικό της μέλος με σκοπό τον εντοπισμό κατάλληλων προς διάρρηξη οικιών, πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια στις προαναφερόμενες πόλεις και με τη βοήθεια μελών που διαβιούσαν σε αυτές, προχωρούσαν σε προπαρασκευαστικές πράξεις και στη συνέχεια σε διαρρήξεις και κλοπές.

Στο πλαίσιο της εγκληματικής της δραστηριότητας, τα μέλη της, πραγματοποίησαν περισσότερες από 50 περιπτώσεις κλοπών – διαρρήξεων.

Σε περισσότερες από 60 έρευνες που πραγματοποιήθηκαν, παρουσία δικαστικών λειτουργών, σε κατοικίες, καταστήματα και άλλους χώρους των δραστών, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, χρηματικό ποσό που ξεπερνά τις 600.000 ευρώ, τραπεζικά βιβλιάρια καταθέσεων με μεγάλα χρηματικά ποσά, χρυσές λίρες και φύλλα χρυσού, ράβδοι ασημιού άνω των 120 κιλών, πλήθος κοσμημάτων – χρυσαφικών, ρολογιών και λοιπών τιμαλφών ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Επιπλέον, βρέθηκαν πυροβόλα όπλα, φυσίγγια, μαχαίρια, ασύρματοι και πολύ μεγάλος αριθμός διαρρηκτικών εργαλείων, όπως κατσαβίδια, κόφτες, τροχοί κ.λπ., κινητά τηλέφωνα, πλήθος ηλεκτρονικών συσκευών καθώς και ποσότητες ναρκωτικών.

Τέλος, σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους  βρέθηκαν και κατασχέθηκαν περισσότερα από 60 οχήματα μεταξύ των οποίων, τα «επιχειρησιακά» τους οχήματα και μεγάλος αριθμός υπερπολυτελών αυτοκινήτων.

Οι δράστες με την κακουργηματικού χαρακτήρα δικογραφία οδηγήθηκαν στις αρμόδιες Εισαγγελικές αρχές. Βαρύνονται – κατά περίπτωση – για τα αδικήματα της  σύστασης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της ληστείας και των διακεκριμένων κλοπών, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, της  αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος,  κατ’ εξακολούθηση, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της πλαστογραφίας και της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά.»

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here